Posts Tagged ‘αστεια’

Κάτι δε μου παει καλά

Ιανουαρίου 23, 2012

Νυχτερινή βάρδια ο ταρίφας, μόνος στην πιάτσα περιμένει πελάτη. Ξαφνικά έρχεται μια κοπέλα ολόγυμνη, μπαίνει μέσα στο ταξί και του λέει:
-Πάμε Σύνταγμα.
Την κοιτάζει ο ταρίφας από πάνω μέχρι κάτω…ψιλοσκέφτεται, κάνει να ξεκινήσει και μετά από λίγο σταματάει.
Ξανακάνει δυο μέτρα σκεφτικός και ξανασταματάει αναποφάσιστος…
Αφού γίνεται αυτό και τρίτη φορά, του λέει η κοπέλα:
-Τι συμβαίνει δεν έχεις ξαναδεί γυμνή γυναίκα;
-Πως, έχω δει πολλές φορές γυμνή γυναίκα.. Πορτοφόλι δεν βλέπω όμως και ανησυχώ…!

Ντύσιμο για την εφορία

Δεκέμβριος 11, 2011

Ένας τύπος ήθελε να πάει στην εφορία για ρύθμιση των οφειλών του .
Ρωτάει ένα φίλο του:
– Ρε Γιάννη, θα πρέπει να ντυθώ καλά ή πρόχειρα για να πάω;
– Το καλύτερο, του απαντάει ο φίλος του, θα ήταν να ντυθείς καλά για να
φαίνεσαι σωστός και ευηπόληπτος κύριος .
Ρωτάει και τον Γιώργο.
– Το καλύτερο, του απαντάει ο Γιώργος, θα ήταν να πας ντυμένος πρόχειρα
και σχετικά κακομοίρης για να μην σε περάσουν και για κανένα λεφτά και σε
ξεσκίσουν . Προβληματισμένος λοιπόν ο τύπος παει και στη γιαγιά του και της αναφέρει τo πρόβλημά του.
Και η γιαγιά λέει:
– Θα σου δώσω την ίδια απάντηση που έδωσα στην αδελφή σου όταν με ρώταγε ,
πριν το γάμο της , τι κιλοτάκι να φορέσει για την πρώτη νύχτα .
Να φορέσει άσπρο που είναι πιο αγνό ή κανένα μαύρο έξαλλο για να φτιάξει τον γαμπρό ?
Και της είπα :
‘Ο,τι και να φορέσεις, το γ…ι δεν το γλιτώνεις .

Ο Ναυαγός

Σεπτεμβρίου 26, 2011

Ήταν κάποτε ένας ναυαγός ο οποίος ήταν σε ένα νησί για πολλά χρόνια μόνος του με δυο γυναίκες. Είχε βαρεθεί μόνος του χωρίς κανένα φίλο άντρα για να κάνει παρέα.

Επίσης είχε κουραστεί αυτήν την ρουτίνα της εβδομάδας του. Τις Δευτέρες, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές έκανε έρωτα με την πρώτη γυναίκα και τις Τρίτες, τις Πέμπτες και τα Σάββατα με τη δεύτερη. Είχε μόνο την Κυριακή για να ξεκουράζεται. Έκανε προσευχές να ναυαγήσει στο νησί ένας άνδρας για να κουβεντιάζει…

Μια μέρα, ναυαγεί ένας τύπος στο νησί επάνω σε μία σχεδία. Τον βλέπουν οι γυναίκες και φωνάζουν:
– Καλέ, καλέ ένας άνδρας!!!
– Αχ καλέ που; Καλέ που; αναφωνεί με περίσσεια χάρη ο τύπος στη σχεδία
Και ο καημένος ναυαγός απογοητευμένος:
– Φτου ρε γαμώτο. Αδερφή μας έκατσε. Πάει και η Κυριακή!

Οι πιλότοι

Απρίλιος 9, 2011

Κατα τη διάρκεια μίας πτήσης της ολυμπιακής ο πιλότος βγάζει ανακοίνωση προς τους επιβάτες… « Σας μιλά ο Κυβερνήτης, πετάμε πάνω από την Μήλο σε ύψος 25,000 πόδων, εξωτερική θερμοκρασία -30 βαθμούς και η άφιξη μας στο Ηράκλειο υπολογίζετε σε 25 λεπτά…» Έλα όμως, που το μικρόφωνο του πιλοτηρίου έμεινε ανοικτό!

Μετά από λίγο ακούγεται ο εξής διάλογος κυβερνήτη-συγκυβερνήτη

–Α, ρε Μήτσο, να είχαμε μια καφεδιά τώρα να γουστάρουμε…
…ναι και μια αεροσυνοδό να μας κάνει μια πιπα, απαντά ο άλλος!

Οι επιβάτες αποσβολωμένοι και σκανδαλισμένοι περιμένουν την συνέχεια του διαλόγου…

Ακούγοντας το διάλογο η επικεφαλής αεροσυνοδός, έντρομη και κατακόκκινη, τρέχει να πάει να τους πει να κλείσουν το μικρόφωνο….

….περνώντας απο τους επιβάτες κάποιος την πιάνει από το χέρι και της λέει:

«Συγνώμη κοπελιά είπανε και καφε!»

Γκανιότα

Φεβρουαρίου 25, 2011

Συζητάνε δύο φίλοι
‎-Επειδή είμαι σίγουρος για τις γνώσεις μου για κάθε απάντηση που δε θα ξέρω θα σου δίνω 100$, ενώ για κάθε απάντηση που δε θα ξέρεις εσύ , θα μου δίνεις 1$, λέει ο ένας.
-Είσαι πολύ καλός του απαντάει ο άλλος. Μπορείς να αρχίσεις πρώτος.
-Πο…ια είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας;
-Το Μόντε Κάρλο.
-Δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Το Παρίσι είναι! Δώσε μου 1$.
-Τώρα είναι η σειρά μου! Πώς λέγεται το ζώο που ζει στις σκεπές των σπιτιών του Καναδά, έχει 8 πόδια, 2 κεφάλια και τρώει μόνο φραγκόσυκα;
-Δ…Δεν ξέρω!, απαντάει ο αλαζόνας.
-Δεν ξέρεις; Τότε δώσε μου 100$!
Αφού του δίνει τα χρήματα τον ρωτάει:
-Πώς το λένε τελικά αυτό το παράξενο ζώο;
-Δεν ξέρω ,λέει ο άλλος. Πάρε 1$!

Το τέλος του δρόμου

Ιανουαρίου 29, 2011

Ένας παπάς κι ένας καλόγερος στέκονται στην άκρη του δρόμου κρατώντας ένα
πανώ που γράφει:
«Το τέλος είναι κοντά. Αλλάξτε δρόμο πριν να είναι πολύ αργά!»
Περνάει το πρώτο αυτοκίνητο κι ο οδηγός του βγάζει το κεφάλι έξω απ το
παράθυρο και φωνάζει:
-Τραβάτε σπίτια σας μουρλοπαπάδες, και πατάει γκάζι .
Δεν περνάνε 5 δευτερόλεπτα και ακούγεται φρενάρισμα και στο τέλος ένα
τρομερό τρακάρισμα, οπότε γυρίζει ο παπάς στον καλόγερο και λέει:
-Ρε συ, μήπως θα έπρεπε να γράψουμε καλύτερα: «Προσοχή, πεσμένη γέφυρα»;

Ληστεία στην τράπεζα

Δεκέμβριος 21, 2010

Κάποιοι ψιλικατζήδες κακοποιοί, αποφασίζουν να παρατήσουν τις
μικροκλοπές και να αρχίσουν τα μεγάλα κόλπα: Τράπεζες.
Καταστρώνουν, λοιπόν, ένα ενδελεχές σχέδιο, κάνουν δεκάδες
πρόβες και χτυπάνε. Πράγματι, δίχως πολύ κόπο, καταφέρνουν να
μπουν σε μια τράπεζα. Μπροστά τους δεκάδες θυρίδες ασφαλείας.
Ανοίγουν όλο χαρά την πρώτη αλλά το μόνο που βρίσκουν μέσα είναι
ένα κύπελλο με κρέμα βανίλια. -Τι να κάνουμε; λέει ο αρχηγός. Ας την
φάμε τουλάχιστον. Τρώνε τη βανίλια και ανοίγουν τη δεύτερη θυρίδα,
πάλι κρέμα βανίλια. Την τρώνε κι αυτή. Τα ίδια και στις επόμενες..
Τρώνε του σκασμού και φεύγουν απογοητευμένοι. -Τουλάχιστον, δε
φύγαμε νηστικοί, μονολογούν. Την άλλη μέρα, τα πρωτοσέλιδα
έγραφαν: Η μεγαλύτερη τράπεζα σπέρματος της Αθήνας, χτυπήθηκε
χτες βράδυ από αγνώστους!

Τρεις ευχές

Οκτώβριος 24, 2010

Μια ξανθιά, μια καστανή και μια κοκκινομάλλα έχουν βγει σ’ ένα ερημικό νησί, μετά από ναυάγιο. Ζούσανε εκεί για χρόνια, ώσπου μια μέρα βρήκαν ένα μαγικό λυχνάρι. Το τρίψανε και το τζίνι πετάχτηκε έξω. Το τζίνι τους είπε:
– Μόνο τρεις επιθυμίες σας μπορώ να πραγματοποιήσω, άρα η κάθε μια από σας έχει από μία.
Πρώτη η καστανή:
– Εχω μείνει εδώ χρόνια και έχω πεθυμήσει την οικογένειά μου, τον άντρα μου, την κανονική ζωή μου. Θέλω να πάω σπίτι μου.
Αμέσως έφυγε αυτή και η κοκκινομάλλα λέει την επιθυμία της:
– Θέλω να φύγω απ’ αυτόν τον βρωμότοπο. Κι εγώ θέλω να πάω σπίτι μου.
Φεύγει κι αυτή και η ξανθιά ξεσπάει σε λυγμούς. Το τζίνι την πλησιάζει και τη ρωτάει τι της συμβαίνει.
– Θα ‘θελα να είναι εδώ οι φιλενάδες μου, λέει αυτή μέσα στους λυγμούς της.

Δυο γιατροί

Οκτώβριος 16, 2010

Σε ένα συνέδριο γιατρών ένας άντρας και μια γυναίκα κοιτάζονται επίμονα. Ο άντρας της προτείνει να πάνε για δείπνο και αυτή δέχεται. Στο εστιατόριο αυτή ζητάει συγγνώμη και πηγαίνει να πλύνει τα χέρια της. Μετά το φαγητό, το ένα φέρνει το άλλο και το ζευγάρι βρίσκεται στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου.
Καθώς ζεσταίνονται τα πράγματα, αυτή διακόπτει, ζητάει συγγνώμη και πηγαίνει να πλύνει τα χέρια της. Αφού έγινε ό,τι έγινε, η γιατρός σηκώνεται, ζητάει συγγνώμη και πηγαίνει να πλύνει τα χέρια της. Όταν γύρισε ο γιατρός της λέει:
– Βάζω στοίχημα ότι είσαι χειρουργός.
– Ναι, πώς το κατάλαβες;
– Εύκολο, επειδή πλένεις συνεχώς τα χέρια σου.
Μετά αυτή του λέει:
– Βάζω στοίχημα ότι είσαι αναισθησιολόγος.
– Ναι, πώς το κατάλαβες;
– Δεν αισθάνθηκα τίποτα!

Ο τσιγκούνης

Σεπτεμβρίου 11, 2010

O Πέτρος ήταν ένας Έλληνας μετανάστης που είχε δουλέψει όλη τη ζωή του, ό,τι έβγαζε το έκανε κομπόδεμα και ήταν ένας πραγματικός τσιγκούνης όσον αφορούσε τα χρήματά του.
Λίγο πριν πεθάνει λέει στη σύζυγό του. «Βούλα, όταν πεθάνω, θέλω να μαζέψεις όλα μου τα χρήματα και να τα βάλεις στην κάσα μαζί μου. Θέλω να πάρω τα λεφτά μαζί μου στην επόμενη ζωή…

Έτσι έπεισε τη Βούλα να του υποσχεθεί, με όλη της την καρδιά, πως όταν εκείνος θα πέθαινε, αυτή θα φρόντιζε να βάλει όλα του τα λεφτά στην κάσα μαζί του.
Λοιπόν, κάποια στιγμή πέθανε. Ο Πέτρος ήταν «ξαπλωμένος στο φέρετρο», η γυναίκα του καθόταν εκεί δίπλα μαυροντυμένη φωνάζοντας «Πέτρο, αγάπη μου, πού πας?» και η κολλητή της φίλη Τασία καθόταν δίπλα της.

Όταν τελείωσε η τελετή, και την ώρα που ο παπάς ετοιμαζόταν να κλείσει το φέρετρο, η σύζυγος φωνάζει: «Μια στιγμή!!!». Η Βούλα τότε έβαλε ένα μικρό μεταλλικό κουτί μέσα στο φέρετρο. Και μετά ο παπάς έκλεισε το φέρετρο και άρχισαν να το κατεβάζουν.

Λέει λοιπόν η Τασία: «Βούλα, ξέρω ότι δε θα ήσουν τόσο χαζή ώστε να βάλεις όλα τα λεφτά του μέσα στο φέρετρο μαζί του.»

«Άκου Τασία μου» λέει η Βούλα, «Είμαι Χριστιανή Ορθόδοξη και δεν μπορώ να αθετήσω τον λόγο μου. Υποσχέθηκα στον Πέτρο ότι θα του έβαζα τα χρήματά του στην κάσα του»

«Μου λες δηλαδή ότι έβαλες όλα τα λεφτά στην κάσα του;!;!;!;!»

«Φυσικά και το έκανα», είπε η σύζυγος. «Τα μάζεψα όλα μαζί, τα έβαλα στον λογαριασμό μου, και του έκοψα μία επιταγή.»